οξύφυλλος

οξύφυλλος
η , ο [ος , ον ] имеющий остроконечные листья, остролистый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "οξύφυλλος" в других словарях:

  • οξύφυλλος — η, ο (ΑΜ ὀξύφυλλος, ον) αυτός που έχει φύλλα με μυτερά άκρα αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὀξύφυλλον το φυτό τριφύλλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ * + φυλλος (< φύλλον), πρβλ. λεπτό φυλλος] …   Dictionary of Greek

  • ὀξύφυλλον — with pointed leaves neut nom/voc/acc sg ὀξύφυλλος with pointed leaves masc/fem acc sg ὀξύφυλλος with pointed leaves neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρκουδοπούρναρο — το το δέντρο Ίληξ ο οξύφυλλος, το λιόπουρνο …   Dictionary of Greek

  • οξυ- — (ΑΜ οξυ ) α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθ. ὀξύς και προσδίδει στο β συνθετικό την ιδιότητα τού αιχμηρού, τού μυτερού (πρβλ. οξύ ρρινος, οξύ ρρυγχος), τού διαπεραστικού (πρβλ. οξύ τονος, οξύ φωνος),… …   Dictionary of Greek

  • φύλλο — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 95 μ.) του νομού Καρδίτσας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (24 τ. χλμ.), στον οποίο ανήκει και άλλος ένας μικρότερος οικισμός, ο Αμπελώνας (υψόμ. 100 μ.). * * * το / φύλλον, ΝΜΑ 1. πεπλατυσμένη, συνήθως, πράσινη έκφυση τού… …   Dictionary of Greek

  • όσμανθος — (όσμανθος ο εύοσμος). Φυτό της οικογένειας των ελαιιδών (δικοτυλήδονα), μικρό καλλωπιστικό δεντρύλλιο ή θάμνος που κατάγεται από την Κίνα και την Ιαπωνία. Τα φύλλα του είναι αντίθετα, δερματώδη, ωοειδή προμήκη, ελαφρά πριονωτά, και έχουν χρώμα… …   Dictionary of Greek

  • ου ή λιόπρινο — (ίλεξ ο οξύφυλλος). Δεντρύλλιο της οικογένειας των ακουιφολιιδών ή ιληκιδών (δικοτυλήδονα), γνωστό και ως αρκουδοπούρναρο, ήμερο πουρνάρι, αλλά κυρίως με τη γαλλική ονομασία ου (houx). Είναι πολύκλαδο και έχει φύλλα αειθαλή, δερματώδη, με χείλη… …   Dictionary of Greek

  • ὀξυφύλλου — ὀξύφυλλον with pointed leaves neut gen sg ὀξύφυλλος with pointed leaves masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀξυφύλλῳ — ὀξύφυλλον with pointed leaves neut dat sg ὀξύφυλλος with pointed leaves masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»